Ασφάλεια Αυτοκινήτου. Φθηνά ασφάλιστρα KSP Ασφαλιστική

Προσφορά Εργασίαςoffer

Ορολογία Ασφαλιστήριων Συμβολαίων

Είναι αλήθεια πως στα ασφαλιστήρια περιέχονται συχνά όροι τεχνικής φύσης δυσνόητοι για τον ασφαλιζόμενο. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να σας βοηθήσει να κατανοήσετε τους όρους αυτούς, παραθέτοντάς τους με αλφαβητική σειρά σε συνδυασμό με μια απλή και κατανοητή επεξήγηση. Όντας εξοικειωμένοι με την ασφαλιστική ορολογία θα είστε σε θέση να γνωρίζετε με ακρίβεια τόσο τα δικαιώματά σας, όσο και τις υποχρεώσεις έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και θα είναι πολύ πιο δύσκολο να πέσετε θύμα εξαπάτησης ή εκμετάλλευσης από επιτήδειους.

Α

Ακαθάριστα Δεδουλευμένα Ασφάλιστρα ή Μικτά Δεδουλευμένα Ασφάλιστρα: το σύνολο των οφειλόμενων ασφαλίστρων, μαζί με το κόστος οποιασδήποτε αντασφάλισης (βλ. λήμμα).

 

Ακαθάριστο Ασφάλιστρο ή Μικτό Ασφάλιστρο: το συνολικό οφειλόμενο ασφάλιστρο, ανεξάρτητα από τις όποιες προμήθειες, εκπτώσεις, ή το κόστος πιθανής αντασφάλειας (βλ. λήμμα).

Ακύρωση Συμβολαίου: η διαδικασία ακύρωσης ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας. Το δικαίωμα ακύρωσης συμβολαίου ασκείται όταν η ασφαλιστική εταιρεία ανακαλύψει δόλο, εξαπάτηση ή απόκρυψη (βλ. λήμμα) εκ μέρους του ασφαλιζόμενου.

 

Αναγγελία Ζημίας: η διαδικασία ενημέρωσης της ασφαλιστικής εταιρείας  για μια συντελεσμένη ζημία που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

 

Ανάληψη Κινδύνου: η αποδοχή ασφάλισης ενός κινδύνου, μιας κατάστασης δηλαδή που ενδέχεται να επιφέρει οποιουδήποτε είδους καταστροφή, απώλεια ή φθορά.

 

Αναλογικός Όρος: η περίπτωση κατά την οποία το ποσό ασφαλιστικής αποζημίωσης που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ισοδυναμεί με την πραγματική αξία του ασφαλιζόμενου κινδύνου.

 

Αντασφάλεια: η ασφάλιση μίας ασφαλιστικής εταιρείας σε άλλη, μεγαλύτερων δυνατοτήτων και κύρους, όταν ο κίνδυνος για κάποιον ασφαλιζόμενο θεωρείται ασυνήθιστα υψηλός.

 

Αντισυμβαλλόμενος: ο κάτοχος και κύριος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, υπεύθυνος για την πληρωμή των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική εταιρεία (βλ. λήμμα Ασφαλιζόμενος).

 

Αξία Εξαγοράς: το ποσό που διατίθεται στον ασφαλισμένο σε περίπτωση διακοπής του συμβολαίου.

 

Απαλλαγή: το ποσό της ζημίας που βαρύνει τον ασφαλιζόμενο και, συνεπώς, δεν καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρεία.

 

Απαραίτητη Ασφάλιση: υποχρεωτική ασφάλιση που εξασφαλίζει την επιβίωση ενός οργανισμού.

 

Άπειρος Οδηγός: ο κάτοχος άδειας οδήγησης για διάστημα μικρότερο των δύο ετών.

 

Απόδειξη Ζημίας: έγγραφη δήλωση του ασφαλιζόμενου με τεκμήρια και λεπτομέρειες μιας υπό ασφάλιση συντελεσθείσης ζημίας.

 

Αποζημίωση: το ποσό που καταβάλλεται από την ασφαλιστική εταιρεία για την κάλυψη μίας υπό ασφάλιση ζημίας.

 

Ασφάλεια Ζωής: οικονομική εξασφάλιση εισοδήματος σε περίπτωση θανάτου, τραυματισμού ή άλλων συναφών κινδύνων.

 

Ασφαλιζόμενο Αντικείμενο: το υπό ασφάλιση αντικείμενο, όπως καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

 

Ασφαλιζόμενο Κεφάλαιο: το ανώτατο ποσό για το οποίο αναλαμβάνει ευθύνη κάλυψης και αποζημίωσης μια ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση απώλειας ή ζημίας.

 

Ασφαλιζόμενος: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για την εξασφάλιση του οποίου συνάπτεται ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Συχνά, αλλά όχι πάντοτε, ταυτίζεται με τον Αντισυμβαλλόμενο (βλ. λήμμα).

 

Ασφάλιση: η σύναψη συμβολαίου, με σκοπό την αποζημίωση του συμβαλλόμενου ή ενός τρίτου δικαιούχου σε περίπτωση ενός δυσάρεστου περιστατικού το οποίο, όμως, προβλέπεται στους όρους του συμβολαίου.

Ασφάλισμα: Η υποχρέωση της Εταιρίας που προκύπτει από την επέλευση ζημιογόνου γεγονότος και συνίσταται είτε σε χρήμα είτε σε αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.

 

Ασφαλισμένη ή Ασφαλιστική Ζημία: ζημία που προκλήθηκε από κίνδυνο σαφώς προσδιορισμένο στους όρους του συμβολαίου.

 

Ασφαλισμένο ή Ασφαλιστικό Ποσό: το χρηματικό ποσό για το οποίο ευθύνεται ο ασφαλιζόμενος.

 

Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ή Ασφαλιστική Σύμβαση: το έγγραφο έντυπο που αναφέρει τους όρους της ασφάλισης, το ύψος των ασφαλίστρων και τις ευθύνες των συμβαλλόμενων μερών και επικυρώνεται από ιδιόχειρες υπογραφές. Ουσιαστικά πρόκειται για μια συμφωνία καταβολής ενός ποσού εκ μέρους της ασφαλιστικής υπηρεσίας προς τον ασφαλιζόμενο σε περίπτωση πραγμάτωσης ενός ή περισσότερων κινδύνων, που προσδιορίζονται στη συμφωνία αυτή. Ως αμοιβή για την υπηρεσία αυτή ορίζεται το ποσό των ασφαλίστρων, που καταβάλλονται από τον αντισυμβαλλόμενο στην ασφαλιστική εταιρεία.

 

Ασφαλιστική Ανάγκη: οποιαδήποτε κατάσταση, πιθανή ή υπαρκτή, η ασφάλιση της οποίας θα ωφελούσε τον ασφαλιζόμενο, ανεξάρτητα από το αν ο ασφαλιζόμενος είναι διατεθειμένος να την ασφαλίσει.

 

Ασφαλιστική Αξία: το πραγματικό κόστος του υπό ασφάλισης αντικειμένου.

 

Ασφαλιστική Απαίτηση: έγγραφο εκ μέρους του ασφαλιζόμενου που υποβάλλεται σε μια ασφαλιστική εταιρεία, και στο οποίο απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης βάσει των όρων ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου.

 

Ασφαλιστική Διαμεσολάβηση: η παρουσίαση, προετοιμασία ή σύναψη ασφαλιστήριων συμβολαίων, ή η παροχή βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβολαίων, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.

 

Ασφαλιστική Ρήτρα: το τμήμα ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου που καθορίζει την έκταση της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Ασφαλιστικό Δίκαιο: το νομοθετικό πλαίσιο που καθορίζει τις αρχές που διέπουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαιο και την ασφαλιστική αγορά.

 

Ασφαλιστικό Ποσό: η ανώτατη, βάσει του ασφαλιστήριου συμβολαίου, αποζημίωση που μπορεί να καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρία.

 

Ασφαλιστικό Συμφέρον: η σχέση ασφαλιζόμενου και ασφαλισμένου αντικειμένου. Η ζωτικότητα και η σημασία της σχέσης αυτής καθορίζει τα ποσά ασφάλισης και το ύψος της αποζημίωσης σε περίπτωση απώλειας ή ζημίας.

 

Ασφαλιστικός Διαμεσολαβητής: άτομο ή οργανισμός που συμμετέχει στην αγορά ασφαλίσεων.

 

Ασφαλιστικός Δόλος: οποιαδήποτε ενέργεια αποσκοπεί στην εξαπάτηση της ασφαλιστικής εταιρίας.

 

Ασφαλιστικός Κίνδυνος: η πιθανότητα πραγμάτωσης μίας καταστροφής, ζημίας ή απώλειας που προσδιορίζεται σαφώς στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

 

Ασφαλιστικός Πράκτορας: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρουσιάζει, προπαρασκευάζει και συνάπτει συμβάσεις ασφάλισης εκ μέρους μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών εταιρειών έναντι προμήθειας. Παράλληλα, συνδράμει τον ασφαλιζόμενο οπουδήποτε κριθεί αυτό απαραίτητο κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης.

 

Ασφαλιστικός Σύμβουλος: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο εξετάζει την αγορά ασφαλειών, παρουσιάζει και συστήνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα σύμβασης ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη.

 

Ασφάλιστρο: το οφειλόμενο ποσό που καταβάλει ο αντισυμβαλλόμενος στην ασφαλιστική εταιρία, ως αμοιβή για την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη.

 

Β

 

Βαθμιαίο Ποσοστό Ασφαλίστρου: ποσοστό περιοδικής προσαύξησης των ασφαλίστρων σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα.

 

Βάση Ασφαλίστρων: τα ασφάλιστρα μιας ασφαλιστικής εταιρείας, επί των οποίων εφαρμόζεται το ποσοστό ασφαλίστρου σε περίπτωση αντασφάλισης.

 

Βραχυπρόθεσμη Ασφάλιση: ασφαλιστική σύμβαση διάρκειας μικρότερης του ενός έτους.

 

Γ

 

Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης: νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου. Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης διυθετεί ζημίες και καταβάλει αποζημιώσεις για λογαριασμό αλλοδαπών Γραφείων Διεθνούς Ασφάλισης.

 

Δ

 

Δάνειο: Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να δανειστεί ποσό μικρότερο ή ίσο με την αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, με εγγύηση την ίδια την αξία εξαγοράς.

 

Δεδουλευμένο Ασφάλιστρο: το καταβεβλημένο μέρος των ασφαλίστρων που αντιστοιχεί στην περίοδο της ασφάλισης που έχει συμπληρωθεί.

 

Δείκτης Ατυχημάτων: δείκτης συχνότητας ατυχημάτων.

 

Δείκτης Ζημιών: η αναλογία των πληρωθέντων ή πληρωτέων απαιτήσεων και ασφαλίστρων μιας ασφαλιστικής εταιρίας. Δηλαδή η αναλογία των χρημάτων που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία και των χρημάτων που εισέπραξε ή εισπράττει μέσω των ασφαλιστήριων συμβολαίων.

 

Δελτίο Ασφάλισης: έγγραφο περιγραφής ενός προς ασφάλιση κινδύνου.

 

Διαιτησία: η διευθέτηση μιας διαφοράς εκτός δικαστηρίου από άτομο ή άτομα οριζόμενα από τα συμβαλλόμενα μέρη.

 

Διακανονισμός Ζημίας: εξόφληση από την ασφαλιστική εταιρεία μίας απαίτησης.

 

Διακανονιστής Ζημιών: άτομο που αναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση και το διακανονισμό διαφόρων ζημιών εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας.

 

Διαμεσολάβηση: οποιαδήποτε ενέργεια περιλαμβάνεται στην προετοιμασία και στην παρουσίαση και σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ή στην παροχή βοήθειας κατά την περίοδο ισχύος των συβάσεων αυτών, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, και δεν διενεργείται από υπάλληλο της ασφαλιστικής επιχείρησης.

 

Διαμοιρασμένος Κίνδυνος: η κατάσταση κατά την οποία διάφοροι ασφαλιστές αναλαμβάνουν να ασφαλίσουν έναν συγκεκριμένο κίνδυνο.

 

Διεθνές Συμβόλαιο: ασφαλιστήριο συμβόλαιο με κάλυψη δραστηριοτήτων σε οποιαδήποτε χώρα παγκοσμίως.

 

Δικαιούχος Αποζημίωσης ή Ασφαλίσματος: ο δικαιούχος ενός ασφαλίσματος.

 

Δικαίωμα Ακύρωσης Συμβολαίου: δικαίωμα που διατηρεί ο ασφαλιστής για ακύρωση ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου, υπό από ορισμένες προϋποθέσεις.

 

Δικαίωμα Συμβολαίου: επιβάρυνση για την έκδοση ενός συμβολαίου, πλήρως διακριτή από το ποσό ασφαλίστρου.

 

Ε

 

Ειδικός Όρος: όρος που αναφέρεται σε μια ιδιαίτερη, ασυνήθιστη περίσταση ή συνθήκη και περιλαμβάνεται ειδικά σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

 

Έκθεση Εκτιμητή-Πραγματογνώμονα: έκθεση επιθεώρησης της προς ασφάλισης περιουσίας ή της ευθύνης και αποσκοπεί στην ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας. Έκθεση περιγράφουσα τη φύση και την έκταση ζημίας για την οποία έχει γίνει απαίτηση αποζημίωσης.

 

Έκθεση Ζημίας: έκθεση περιγράφουσα λεπτομερώς ζημίες που αποτελούν αντικείμενο ασφαλιστικής αποζημίωσης.

 

Εκκρεμής Ζημία: μη αποζημιωμένη ζημία.

 

Έμμεση Ζημία: ζημία που προκλήθηκε εμμέσως από έναν ασφαλισμένο κίνδυνο.

 

Εμπορευματοκιβώτιο: μεταλλική κιβωτός περιέχουσα εμπορεύματα και αγαθά και θεωρείται ενιαία μονάδα κατά την φόρτωση και εκφόρτωση των εμπορευμάτων.

 

Έναρξη Ισχύος Ασφαλιστήριου Συμβολαίου: ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Ενιαίο ή Ομοιόμορφο Ασφάλιστρο: ισόποσο ασφάλιστρο για όλους τους ασφαλιζόμενους, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο ή την επαγγελματική τους απασχόληση.

 

Έντυπο Πρότασης Ασφάλισης: έγγραφη αίτηση ασφάλισης.

 

Εξαιρούμενες Ζημιές: ζημίες που δεν αποζημιώνονται βάσει ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου.

 

Έξοδα Ζημιών: έξοδα διευθέτησης ζημιών που επιβαρύνουν τον ασφαλιστή.

 

Επακόλουθη ή Παρεπόμενη Ζημία: ζημία προκληθείσα από έναν ασφαλισμένο κίνδυνο, ανεξάρτητα από την υλική ζημία.

 

Επασφάλιστρο: ποσό που προστίθεται στο ασφάλιστρο εξαιτίας αυξημένου κινδύνου ασφάλισης.

 

Ζ

 

Ζημία: τυχαίο και ανεξάρτητο από τη θέληση του ασφαλισμένου γεγονός, που μειώνει την αξία των υπό ασφάλιση αντικειμένων, και προκαλείται από έναν κίνδυνο σαφώς οριζόμενο στο σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

 

Η

 

Ηγέτης-Επικεφαλής Εταιρία: η ασφαλιστική εταιρία που έχει αναλάβει το μεγαλύτερο ποσοστό κινδύνου, σε περίπτωση διαμερισμένου κινδύνου (βλ. λήμμα).

 

Ι

 

Ιπποδύναμη: μονάδα μέτρησης της μηχανικής δύναμης του οχήματος.

 

Κ

 

Καθαρά Ασφάλιστρα: το ασφάλιστρο δίχως τις όποιες εκπτώσεις ή τις εισφορές αντασφάλισης και τις προμήθειες.

 

Λ

 

Λήξη Συμβολαίου: ημερομηνία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής εταιρείας.

 

Λήπτης της Ασφάλισης: το αντισυμβαλλόμενο με την ασφαλιστική εταιρεία πρόσωπο.

 

Μ

 

Μαθηματικό Απόθεμα: ποσό που διαμορφώνεται από την επένδυση των ασφαλίστρων, δίχως τα έξοδα διαχείρισης και πρόσκτησης.

 

Μεσίτης Ασφαλειών: σύμβουλος ατόμων που διαπραγματεύονται ασφαλιστική κάλυψη με κάποια ασφαλιστική εταιρεία.

 

Μικτά Δεδουλευμένα Ασφάλιστρα: βλ. λήμμα «Ακαθάριστα Δεδουλευμένα Ασφάλιστρα».

 

Μικτή Εταιρεία: ασφαλιστική εταιρία που αναλαμβάνει ασφαλιστικές καλύψεις σε διάφορους κλάδους της ασφαλιστικής αγοράς.

 

Μικτό Ασφάλιστρο: βλ. λήμμα «Ακαθάριστο Ασφάλιστρο».

 

Ο

 

Οικιακή Περιουσία ή Οικοσκευή: το σύνολο των αντικειμένων που σχετίζονται με τον εξοπλισμό μιας οικείας, δίχως τα προσωπικά αντικείμενα των ενοίκων της, όπως ο ρουχισμός κτλ.

 

Ομαδικό Συμβόλαιο ή Ομαδικό Ασφαλιστήριο: ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καλύπτει μια ομάδα ανθρώπων, όπως το προσωπικό μιας επιχείρησης.

 

Ομοιόμορφο Ασφάλιστρο: βλ. λήμμα «Ενιαίο Ασφάλιστρο».

 

Όριο Αποζημίωσης: το ανώτατο ποσό που μπορεί να καταβληθεί ως αποζημίωση.

 

Π

 

Παράγοντας Κινδύνου: φυσικός ή ηθικός παράγοντας που προκαλεί, αυξάνει ή μειώνει την πιθανότητα ζημίας από έναν κίνδυνο, ή επηρεάζει την πιθανή έκτασή της.

 

Πειραματική Ασφάλιση: αποδοχή συγκεκριμένων τύπων κινδύνου που θεωρούνται μη ασφαλίσιμοι.

 

Περίοδος Ασφάλισης: η περίοδος ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Πιστοποιητικό Ασφάλισης: πιστοποιητικό που επιβεβαιώνει την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Πολλαπλή Ασφάλιση: ασφάλιση ενός αντικειμένου μέσω περισσότερων του ενός ασφαλιστή.

 

Ποσό Κάλυψης: ποσό που οφείλει να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στον ασφαλισμένο ή στο δικαιούχο και το οποίο ορίζεται σαφώς στους όρους του συμβολαίου.

 

Ποσοστό Ασφαλίστρου: ποσό που επιβαρύνει έναν ασφαλισμένο και σχετίζεται με το κόστος των αναμενόμενων ζημιών, των εξόδων διαχείρισης, καθώς και του κέρδους της ασφαλιστικής εταιρίας.

 

Πραγματογνωμοσύνη: επιθεώρηση μίας ζημίας ή ασφαλισμένου κινδύνου από ειδικό εκτιμητή οριζόμενο από την ασφαλιστική εταιρεία.

 

Πραγματογνώμων: επιθεωρητής, ο οποίος λόγω γνωστικής κατάρτισης και πείρας, ορίζεται από την ασφαλιστική εταιρεία για τη διενέργεια εκτιμήσεων και τη σύνταξη εκθέσεων.

 

Πράκτορας Ασφαλειών: βλ. λήμμα Ασφαλιστικός Πράκτορας.

 

Προ - ασφαλιστήριο: βεβαίωση εκδοθείσα από την ασφαλιστική εταιρία για την παροχή προσωρινής ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Προνομιακή Ασφάλιση: είδος ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδίδονται ατομικά συμβόλαια για τα μέλη μιας ομάδας ατόμων (λ. χ. των υπαλλήλων μιας επιχείρησης).

 

Προσαρμοσμένο Ασφάλιστρο: ασφάλιστρο προσαρμοζόμενο στην έκταση του προς ασφάλιση αντικειμένου, ανάλογο με πιθανές διαφοροποιήσεις στον αριθμό των ασφαλισμένων ατόμων ή στην αξία των ασφαλισμένων αντικειμένων.

 

Προσαρμοσμένο Συμβόλαιο: συμβόλαιο στο οποίο χρεώνεται προσωρινό ασφάλιστρο λόγω άγνοιας της έκτασης του ασφαλιζόμενου κινδύνου.

 

Πρόσθετη Πράξη: έγγραφο εκδοθέν από την ασφαλιστική εταιρεία που τροποποιεί μια υπάρχουσα ασφαλιστική σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του.

 

Προσωπική Ασφάλιση: ασφάλιση ζωής, περιουσίας ή προσωπικής ευθύνης.

 

Πρόταση Ασφάλισης: έντυπη αίτηση ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Πρωτασφαλιστήριο: συμβόλαιο εκδοθέν από ασφαλιστή που περιλαμβάνει τους όρους και την έκταση της παρεχόμενης κάλυψης.

 

Πυρκαγιά: τυχαία ανάφλεξη ενός αντικειμένου με αποτέλεσμα την πρόκληση φωτιάς και σχετικές υλικές ζημιές.

 

Ρ

 

Ράντα - Σύνταξη Αναπηρίας: σύνολο σταθερών και σαφώς οριζόμενων χρηματικών ποσών που καταβάλλονται σε ίσα και τακτά χρονικά διαστήματα εξαιτίας μόνιμης ανικανότητας του ασφαλιζομένου, λόγω ατυχήματος ή ασθένειας.

 

Σ

 

Σε Κίνδυνο: κατάσταση ασφαλιστή κατά την περίοδο της ασφαλιστικής κάλυψης.

 

Σταθερός Κίνδυνος ή Αμετάβλητος Κίνδυνος: κίνδυνος που δεν αυξομειώνεται.

 

Στοιχεία Απαίτησης: γεγονότα και αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σε μία απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης.

 

Στοιχεία Ζημίας: γεγονότα και λεπτομέρειες που αφορούν μια ζημία.

 

Στοιχειώδης Ευθύνη: ευθύνη φυσικού ή νομικού προσώπου που το επιβαρύνει με την καταβολή αποζημίωσης για την όποια ζημία ή απώλεια.

 

Συγκεκριμένη Ασφάλιση: ο όρος μπορεί να αναφέρεται είτε σε μία ασφαλιστική κάλυψη έχει μικρότερη έκταση σε σχέση με μία άλλη, είτε σε μία ασφάλιση που καλύπτει ένα  συγκεκριμένο κίνδυνο ή είδος περιουσίας, ή σε μία βραχυπρόθεσμη ασφάλιση.

 

Συγκεκριμένη Κάλυψη: ασφάλιση περιουσίας που περιλαμβάνει ξεχωριστά όρια αποζημίωσης σε διάφορα είδη περιουσίας ή στον ίδιο τύπο περιουσίας σε διαφορετικές τοποθεσίες.

 

Συγκρουόμενη Κάλυψη: σύμβαση υπέρβασης ζημιών, η οποία προστατεύει τις συσσωρεύσεις μεταξύ διαφόρων τύπων ασφάλισης.

 

Συλλογικό Συμβόλαιο: συμβόλαιο εκδοθέν για αριθμό ατόμων με διακριτή ασφάλιση.

 

Συμβιβαστική ή Διευθετημένη Ολική Ζημία: η καταβολή αποζημίωσης για ολική ζημία σε περίπτωση που αυτή δεν έχει συντελεστεί.

 

Σύμβουλος Ασφαλειών: βλ. λήμμα «Ασφαλιστικός Σύμβουλος».

 

Συνασφάλιση: ασφάλιση μέρους ενός αντικειμένου από περισσότερους του ενός ασφαλιστές ή απαίτηση ανάληψης από τον ασφαλισμένο ενός μέρους της κάθε ζημίας.

 

Συναφής Κίνδυνος: κίνδυνος επιπρόσθετος και παρόμοιος με τον κύριο κίνδυνο.

 

Συνδυασμένο Συμβόλαιο: συμβόλαιο εκδοθέν από περισσότερους του ενός ασφαλιστές, που ενσωματώνει περισσότερα του ενός είδη ασφάλισης.

 

Συνδυασμός Κινδύνων: ομαδοποίηση παρόμοιων μονάδων που εκτίθενται στον ίδιο κίνδυνο, καθιστώντας έτσι δυνατό τον υπολογισμό της πιθανότητας ζημίας και τη μείωση του υπολειμματικού κινδύνου.

 

Σύνταξη - Ράντα Αναπηρίας: βλ. λήμμα «Ράντα».

 

Συντρέχοντα Συμβόλαια: συμβόλαια με όμοιους όρους.

 

Τ

 

Τακτοποιημένο Συμβόλαιο: συμβόλαιο με εξοφληθέντα.

 

Τεχνικό Επιτόκιο: εγγυημένο επιτόκιο που αφορά την επένδυση του Μαθηματικού Αποθέματος (βλ. λήμμα) ενός συμβολαίου.

 

Υ

 

Υπό - Ασφάλιση: περιορισμένη ευθύνη ασφαλιστή για την αποκατάσταση ζημίας αντικειμένου, του οποίου η τρέχουσα ή η συνήθης αξία δηλώθηκε μερικώς στην ασφαλιστική σύμβαση. Επίσης, ασφάλιση για ποσό μικρότερο της  πλήρους αξίας του κινδύνου.

 

Υπολειμματικός Κίνδυνος: ο κίνδυνος που εξακολουθεί να υπάρχει παρά τα όποια προληπτικά μέτρα.

 

Υπολογιζόμενη Αξία: η κατά προσέγγιση αξία ενός αντικειμένου.

 

Υποτιμημένο Συμβόλαιο: συμβόλαιο, στο οποίο η αξία της ασφαλισμένης περιουσίας είναι μεγαλύτερη από το ασφαλισμένο ποσό.

 

Υποχρεωτική Ασφάλιση: ασφαλιστική κάλυψη που οφείλει να έχει ένα άτομο βάσει νόμου.

 

Φ

 

Φόρος Ασφαλίστρων: φόρος που επιβαρύνει τα ασφάλιστρα.

 

Φυσικές Ζημίες: ζημίες λόγω φυσικών καταστροφών.

 

Φυσικός Κίνδυνος: ο κίνδυνος σχετιζόμενος με το αντικείμενο της ασφάλισης.

 

Φυσιολογική Φθορά: φθορά λόγω χρήσης ή παλαιότητας.

 

Χ

 

Χερσαίος Κίνδυνος: κίνδυνος που μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του φορτίου στην ξηρά, προς ή από το λιμένα φόρτωσης.
 
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Ορολογία Ασφαλιστήριων Συμβολαίων